Και όμως μπορούμε να παράξουμε!

571

Και όμως μπορούμε να παράξουμε!

Της Κατερίνας Διαμαντοπούλου                

Η τουριστική περίοδος σχεδόν τελείωσε αφήνοντας πίσω της ένα θετικό πρόσημο και μια ελπίδα για την επόμενη σεζόν.

Τι θα γίνει όμως εάν οι αγορές της Αιγύπτου και της Τουρκίας που τα τελευταία χρόνια πλήττονται από την πολιτική αστάθεια και την τρομοκρατία – καθιστώντας την Ελλάδα μια ασφαλή εναλλακτική επιλογή – ανακάμψουν;

Τι θα συμβεί εάν σημειωθεί κάποιο ατυχές γεγονός – από εκείνα που είναι όλο και πιο συχνά στη σύγχρονη εποχή και συνιστούν κόκκινο συναγερμό για τους τουρίστες – όπως μια περιβαλλοντική μόλυνση (είδαμε το θέμα του Σαρωνικού φέτος και τις διαστάσεις που έλαβε στα ξένα ΜΜΕ), μία επιδημία, ένας σεισμός, ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο σχετιζόμενο με την κλιματική αλλαγή, ένα τρομοκρατικό χτύπημα και μια ταξιδιωτική οδηγία  ξένων χωρών για την Ελλάδα;

Τα παραπάνω παραδείγματα δεν έχουν σκοπό να καταστροφολογήσουν παρά να υπενθυμίσουν την ευθραυστότητα του τουρισμού που μαζί με την εποχικότητά του αποτελούν τα δύο βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τον όρο “βαριά βιομηχανία της Ελλάδας” που συχνά χρησιμοποιείται  για λόγους εντυπωσιασμού.

Για να έχει βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη μια χώρα χρειάζεταιπολλά περισσότερα από έναν μόνο ευημερούντα κλάδο της οικονομίας. Ο τουρισμός είναι το άλογο που καλπάζει μέσα στην κρίση αλλά δεν αρκεί καθώς έχει μικρή σεζόν και δεν αφορά όλες τις περιοχές της χώρας.

Τις τελευταίες δεκαετίες έγινε μια σαφής στρατηγική επιλογή στην Ελλάδα – και όχι μόνο -: η ενίσχυση των υπηρεσιών σε βάρος της παραγωγής. Αυτή η επιλογή ενισχύθηκε και από την παγκοσμιοποίηση που οδήγησε στη μετεγκατάσταση των παραγωγικών μονάδων σε τρίτες χώρες ή το κλείσιμό τους λόγω του ανταγωνισμού κόστους. Από τον παραγωγό, τον εξειδικευμένο τεχνίτη και τον βιοτέχνη πήγαμε στον χρηματιστή, στον μεταπράτη και στον σερβιτόρο. Υπήρξε μια έντονη αποβιομηχάνιση της χώρας που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και φτάνει ως τις μέρες μας. Τα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση φέτος ήταν αυτά του μπάρμαν και του σερβιτόρου!

Όμως παρά τη συρρίκνωση του βιομηχανικού τομέα, σύμφωνα με μια πρόσφατη, πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του ΙΟΒΕ (“Ο τομέας μεταποίησης στην Ελλάδα : Τάσεις και Προοπτικές“, 2017), οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων συνεισφέρουν πάνω από το 87% στο σύνολο των εξαγωγών της χώρας!

Ναι, και όμως παράγουμε!

Πόσοι γνωρίζουμε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν το 2015 (το αλησμόνητο 2015!) να παραδώσουν προϊόντα σε 184 χώρες σε όλο τον κόσμο! Η δε συνολική επίδραση αυτού του κλάδου στην οικονομία φτάνει σύμφωνα με την ίδια έρευνα στα 49 δισ. ευρώ, περίπου στο 27% του ΑΕΠ, αφού γύρω από τη βιομηχανία και τη μεταποίηση αναπτύσσονται πολλές υποστηρικτικές δραστηριότητες και επαγγέλματα (μεταφορές, λογιστικές/νομικές υπηρεσίες, στήριξη της γεωργίας, εμπόριο, τραπεζικές υπηρεσίες κ.λ.π). Η συνολική επίδραση στην απασχόληση ξεπερνά τις 1,2 εκατ. θέσεις εργασίας,  δηλαδή το 31% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα.

Ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό της μεταποίησης είναι η κατά κανόνα, έλλειψη εποχικότητας. Το εργοστάσιο και η βιοτεχνία δουλεύουν 11-12 μήνες το χρόνο παράγοντας σταθερό ετήσιο εισόδημα για τους εμπλεκόμενους. Επίσης, μπορούν να βρίσκονται σε περιοχές που δεν ευεργετούνται από το τουριστικό εισόδημα, δίνοντας το “φιλί της ζωής” στην τοπική οικονομία.

Έχει, λοιπόν, σημασία μεγάλη, αν θέλουμε η χώρα να περάσει σε ανάπτυξη τέτοιας ποιότητας που να μπορεί να διαρκέσει στο χρόνο αλλά και στις ασύμμετρες απειλές της εποχής, να στηριχτεί και ο κλάδος της μεταποίησης.

Η Ευρώπη αρχίζει να το συνειδητοποιεί, ανακοινώνει νέα ευρωπαϊκή βιομηχανική στρατηγική και προετοιμάζει το μέλλον της. Πρόσφατα, στις 13 Σεπτεμβρίου, στην ετήσια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ δήλωσε: “Θέλω μια πιο ισχυρή και ανταγωνιστική βιομηχανία μας. “Η νέα στρατηγική βιομηχανικής πολιτικής που παρουσιάζουμε σήμερα θα βοηθήσει τις βιομηχανίες μας να παραμείνουν στην κορυφή ή να την κατακτήσουν όσον αφορά την καινοτομία, την ψηφιοποίηση και την απαλλαγή από τις ανθρακούχες εκπομπές.” (βλ. http://europa.eu/rapid/press-release_IP-17-3185_el.htm )

Για να μην αναφερθούμε στη Γερμανία που ποτέ δεν εγκατέλειψε τη βιομηχανία της ακόμη και όταν όλοι οι υπόλοιποι σε Ευρώπη και Αμερική ανακάλυπταν τους παραδείσους χαμηλού κόστους των Ασιατικών χωρών –  τυχαίο ότι διατηρεί την πιο δυνατή οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μια από τις ισχυρότερες του κόσμου; Ήδη από την έκθεση του Αννόβερο το 2011 εισάχθηκαν στη δημόσια συζήτηση οι όροι ” Βιομηχανία 4.0″  και “έξυπνα εργοστάσια” όπου τα εικονικά και τα φυσικά συστήματα παραγωγής θα συνεργάζονται μεταξύ τους με ευέλικτους τρόπους σε παγκόσμια κλίμακα.

Εμείς θα αντιληφθούμε την τεράστια αλλαγή που συντελείται σε επίπεδο Ευρώπης ή θα μείνουμε προσκολλημένοι σε μοτίβα χαμηλής εξειδίκευσης και στο όνειρο μιας θέσης στο δημόσιο; Θα στηρίξουμε τις δυναμικές εξωστρεφείς παραγωγικές επιχειρήσεις μας ή θα αναζητούμε κάθε φορά κάποιους επενδυτές απο το εξωτερικό να κάνουν το θαύμα τους;

Τέλος, εμείς οι ίδιοι θα κάνουμε ό,τι απαιτείται για να επαναπατρίσουμε και να εξειδικεύσουμε το ανθρώπινο δυναμικό μας στην παραγωγή;  ή θα συνεχίσουμε καθηλωμένοι στον σκληρό δρόμο της δημοσιονομικής προσαρμογής που επιτάσσει συνεχώς κόψιμο συντάξεων, μισθών, δημόσιων δαπανών χωρίς να προσφέρει ελπίδα, ανάπτυξη των ταλέντων μας, προκοπή, υπερηφάνεια. Χαρακτηριστικά των ανθρώπων και των χωρών που δημιουργούν, καινοτομούν, διεκδικούν το μέλλον τους…

* Η κα Κατερίνα Διαμαντοπούλου είναι Οικονομολόγος, πρ. Περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας

Πηγή: Capital.gr