Το «βαθύ κράτος» πολεμάει τον Τραμπ με ανεπαλήθευτους ισχυρισμούς και οι Δημοκρατικοί επευφημούν

515
Το «βαθύ κράτος» πολεμάει τον Τραμπ με ανεπαλήθευτους ισχυρισμούς και οι Δημοκρατικοί επευφημούν

Το «βαθύ κράτος» πολεμάει τον Τραμπ με ανεπαλήθευτους ισχυρισμούς και οι Δημοκρατικοί επευφημούν

του Glenn Greenwald για το The Intercept

Αυτή είναι η κλίκα που τώρα εξαπολύει ανοιχτό πόλεμο κατά του νόμιμα εκλεγμένου και ήδη ευρέως αντιπαθούς προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ. Χρησιμοποιούν τις κλασικές βρώμικες τακτικές του Ψυχρού Πολέμου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών που μέχρι προσφάτως κατηγορούνταν ως «Ψευδείς Ειδήσεις».

Το πιο πολύτιμο όργανο τους είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης των ΗΠΑ, πολλά από τα οποία σέβονται, εξυπηρετούν, πιστεύουν και συντάσσονται με αξιωματούχους των μυστικών υπηρεσιών. Και οι Δημοκράτικοι είναι ακόμα ζαλισμένοι από την απροσδόκητη και τραυματική ήττα τους στις εκλογές καθώς και από τη συστημική κατάρρευση του κόμματός τους. Έτσι, κάθε μέρα που περνά φαίνεται να ξεχνούν όλο και περισσότερο την έννοια της λογικής κι εμφανίζονται πρόθυμοι να στηρίξουν οποιονδήποτε ισχυρισμό, να επαινέσουν κάθε τακτική που σχετίζεται με κάθε κακοποιό στοιχείο, ανεξάρτητα από το πόσο αδικαιολόγητες, κακόγουστες και καταστροφικές μπορεί να είναι αυτές οι συμπεριφορές.

Οι σοβαροί κίνδυνοι που προκύπτουν από την προεδρία του Τραμπ είναι πολλοί και προφανείς. Υπάρχει ένα ευρύ φάσμα νόμιμων και αποτελεσματικών τακτικών για την καταπολέμηση αυτών των απειλών: από δικομματικούς συνασπισμούς στο Κογκρέσο και συνταγματικά νομικά καλέσματα για λαϊκές εξεγέρσεις μέχρι την σταθερή και επιθετική πολιτική ανυπακοής. Όλες αυτές οι στρατηγικές έχουν κατά καιρούς αποδειχθεί αποτελεσματικές σε εποχές πολιτικής κρίσης ή αυταρχικής πολιτικής κατεύθυνσης.

Αλλά το να επευφημείται η CIA και οι μυστηριώδεις σύμμαχοί της που υπονομεύουν μονομερώς τις εκλογές των ΗΠΑ είναι κάτι διεστραμμένο και αυτοκαταστροφικό. Η υποστήριξη αυτών των προσώπων, που έχουν προχωρήσει στις πιο επαίσχυντες θηριωδίες και συστηματικές απάτες κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι δεκαετιών συνιστά απελπισία στη χειρότερη μορφή της. Η απαίτηση να θεωρούνται αμέσως αλήθειες οι αναπόδεικτοι, ανώνυμοι ισχυρισμοί – που προέρχονται από τους χώρους αυτούς που έχουν σχεδιαστεί για να προπαγανδίζουν και να ψεύδονται – είναι μια επίθεση στη δημοσιογραφία, τη δημοκρατία και την κοινή λογική. Και ο απερίσκεπτος στιγματισμός εγχώριων αντιπάλων, που αρνούνται να γίνουν προδότες, και ξένων με άλλες πεποιθήσεις αποτελεί ηθική πτώχευση, που είναι σίγουρο ότι θα στραφεί εναντίον αυτών που τον προκαλούν.

Πέρα από όλα αυτά, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χάρη που μπορούν να κάνουν οι αντίπαλοι του Τραμπ σε αυτόν, από το να του επιτίθενται με τέτοια ασήμαντα, ευτελή και προφανή ψέματα, προσλαμβάνοντας μεγάλους οργανισμούς μέσων ενημέρωσης για να ηγηθούν της προσπάθειας. Όταν έρθει η ώρα να αποκαλύψουν την πραγματική διαφθορά και τα εγκλήματα του Τραμπ, ποιος πρόκειται να πιστέψει τα άτομα και τους οργανισμούς που έχουν αποδείξει ότι είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν κάθε ισχυρισμό, ασχέτως το πόσο αβάσιμος είναι, και που χρησιμοποιούν οποιαδήποτε δημοσιογραφική τακτική ασχέτως το πόσο αναξιόπιστη και απομακρυσμένη είναι από τις βασικές αρχές για τη διασφάλιση της ακρίβειας;

Όλα αυτά τα τοξικά χαρακτηριστικά έγιναν ολοφάνερα την Τρίτη, καθώς το «βαθύ κράτος» εξαπέλυσε την πιο κακόγουστη και πιο ισχυρή ως τώρα επίθεσή του κατά του Τραμπ: εγκαταλείποντας την έννοια της αξιοπιστίας , προκάλεσε τη δημοσιοποίηση ενός εντελώς ανεξέταστου και ανεπιβεβαίωτου εγγράφου, που συντάχθηκε από έναν πληρωμένο και ανώνυμο αξιωματούχο που δούλευε τόσο για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα όσο και για τους Δημοκρατικούς αντιπάλους του Τραμπ, κατηγορώντας τον Τραμπ για μια μεγάλη γκάμα εγκλημάτων, πράξεις δωροδοκίας και αισχρή ιδιωτική συμπεριφορά. Η αντίδραση σε όλα αυτά δείχνει ότι, ενώ η προεδρία του Τραμπ ενέχει σοβαρούς κινδύνους, έτσι επικίνδυνοι είναι επίσης και όσοι παθιάζονται με χτυπητές, άτσαλες και καταστροφικές προσπάθειές για  να τον υπονομεύσουν.

Εδώ και μήνες, η CIA, πρώτη φορά τόσο φανερά, υποστήριξε απροκάλυπτα την υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον και προσπάθησε να νικήσει τον Ντόναλντ Τραμπ. Τον Αύγουστο, ο πρώην αναπληρωτής διευθυντής της CIA, Μάικλ Μορέλ, ανακοίνωσε την υποστήριξή του στην Κλίντον στην εφημερίδα New York Times και υποστήριξε ότι «ο κύριος Πούτιν προσέλαβε τον κύριο Τραμπ ως έναν εν αγνοία του εκπρόσωπο της Ρωσικής Ομοσπονδίας». Ο διευθυντής της CIA και της NSA τα χρόνια του Τζορτζ Μπους, στρατηγός Μάικλ Χέιντεν, έδειξε επίσης τη στήριξή του στην Κλίντον και πήγε στην Washington Post για να προειδοποιήσει, μια εβδομάδα πριν από τις εκλογές, ότι «ο Ντόναλντ Τραμπ ακούγεται πραγματικά πολύ σαν τον Βλαντιμίρ Πούτιν», προσθέτοντας ότι ο Τραμπ είναι «ο χρήσιμος ηλίθιος, ένας αφελής που χειραγωγείται από τη Μόσχα, που αντιμετωπίζεται στα κρυφά με περιφρόνηση, αλλά αυτοί που τον υποστηρίζουν απόλυτα γίνονται αποδεκτοί και εκμεταλλεύσιμοι με χαρά».

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε γιατί η CIA προτιμά την Κλίντον από τον Τραμπ. Η Κλίντον επέκρινε τον Ομπάμα για την μετριοπάθειά του στον πόλεμο της CIA στη Συρία και ήταν πρόθυμη να συνεχίσει αυτόν τον πόλεμο, ενώ ο Τραμπ τον κατήγγειλε. Η Κλίντον ήθελε σαφώς μια πιο σκληρή πολιτική από αυτήν που ακολούθησε ο Ομπάμα εναντίον των μακροχρόνιων εχθρών της CIA στη Μόσχα, ενώ ο Τραμπ ήθελε βελτίωση των σχέσεων και ενίσχυση της συνεργασίας. Σε γενικές γραμμές, η Κλίντον υπερασπίστηκε και σκόπευε να διευρύνει την εδώ και δεκαετίες διεθνή στρατιωτική τάξη από την οποία εξαρτάται η υπεροχή της CIA και του Πενταγώνου, ενώ ο Τραμπ- μέσω ενός ακόμα αβέβαιου συνδυασμού αστάθειας και εξτρεμιστικών πεποιθήσεων- αποτελεί απειλή για αυτήν.

Όποια και αν είναι η άποψη κάποιου για αυτά τα ζητήματα, είναι το δημοκρατικό πλαίσιο – οι προεδρικές εκλογές, η επιβεβαιωτική διαδικασία, οι ηγέτες του Κογκρέσου, οι δικαστικές διαδικασίες, ο ακτιβισμός και η διαμαρτυρία των πολιτών, η πολιτική ανυπακοή – μέσα στο οποίο πρέπει να βρεθεί η λύση. Όλες αυτές οι πολιτικές διαμάχες έγιναν ανοιχτά και δημόσια. Το κοινό τις άκουσε και ο Τραμπ νίκησε. Κανείς δεν θα πρέπει να επιζητά την κυριαρχία των αρχόντων του «βαθέος κράτους».

Ωστόσο, η κυριαρχία του «βαθέος κράτους» είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούν οι επιφανείς Δημοκρατικοί και τα πρόσωπα των μέσων ενημέρωσης. Οποιαδήποτε αμφιβολία γι’ αυτό έχει τώρα διαλυθεί. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, ο Τσακ Σάμερ εξέδωσε μια προειδοποίηση προς τον Τραμπ, λέγοντας στην Ρέιτσελ Μάντοου ότι ο Τραμπ ήταν «πραγματικά χαζός» που αμφισβήτησε τη μη εκλεγμένη κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών λόγω όλων των τρόπων που διαθέτουν για να καταστρέψουν εκείνους που τολμούν να τους αντιταθούν:

Και την Τρίτη το βράδυ, πολλοί Δημοκρατικοί στήριξαν ανοιχτά και πανηγύρισαν αυτό που ήταν, πολύ απλά, μια απόπειρα του «βαθέος κράτους» να σαμποτάρει έναν εκλεγμένο πρόεδρο, ο οποίος αντέδρασε και αυτός κατά ειρωνεία της τύχης με τη δική του μορφή εκβιασμού.

Τον Οκτώβριο, ένας πολιτικός και πρώην αξιωματούχος της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών MI6 είχε πληρωθεί από τους Δημοκρατικούς για να ρίξει λάσπη στον Τραμπ (πριν από αυτό, είχε πληρωθεί από Ρεπουμπλικάνους που ήταν κατά του Τραμπ). Προσπάθησε να πείσει αμέτρητα μέσα ενημέρωσης να δημοσιεύσουν μια μακρά λίστα που είχε γράψει γεμάτη με τρομερές κατηγορίες εναντίον του Τραμπ, για επιχειρηματική διαφθορά και σεξουαλικές περιπέτειες, με κεντρικό θέμα ότι ο Τραμπ ήταν στην υπηρεσία της Μόσχας επειδή τον εκβίαζαν και τον δωροδοκούσαν.

Παρά το ότι πολλοί είχαν αυτήν τη λίστα, κανένας δημοσιογραφικός οργανισμός δεν τη δημοσίευσε. Αυτό έγινε γιατί κανένας δεν  είναι διατεθειμένος να συνδεθεί δημοσιογραφικά με ανώνυμους ισχυρισμούς που δεν συνοδεύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ακόμα και σε αυτό το πιο ελεύθερο περιβάλλον των νέων μέσων. Όπως το έθεσε την Τρίτη το βράδυ ο αρχισυντάκτης των New York Times, Ντιν Μπάκζετ, δεν θα δημοσίευε αυτές τις «εντελώς αβάσιμες» κατηγορίες, διότι «εμείς, όπως και άλλοι, ερευνήσαμε τους ισχυρισμούς αυτούς και δεν τους επιβεβαιώσαμε και θεωρήσαμε ότι δεν έχουμε καμία δουλειά να δημοσιεύουμε πράγματα που δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε».

Η καλύτερη επιτυχία αυτού του αξιωματούχου ήταν να πείσει τον Ντέιβιντ Κορν από το Mother Jones να δημοσιεύσει στις 31 Οκτωβρίου ένα άρθρο που ανέφερε ότι «ένας πρώην ανώτερος αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών για μια δυτική χώρα» υποστηρίζει ότι «παρείχε στο FBI στοιχεία, με βάση την πρόσφατη επικοινωνία του με ρωσικές πηγές, υποστηρίζοντας ότι η ρωσική κυβέρνηση έχει εδώ και χρόνια προσπαθήσει να συνεργαστεί με τον Τραμπ και να τον βοηθήσει».

Αλλά επειδή αυτό ήταν απλά ένας ανώνυμος ισχυρισμός που δεν συνοδεύτηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ή κάποια λεπτομέρεια (που απέκρυψε ο Κορν), είχε πολύ μικρό αντίκτυπο. Όλα αυτά άλλαξαν την Τρίτη. Γιατί;

Αυτό που άλλαξε ήταν η απόφαση της κοινότητας των μυστικών υπηρεσιών να καταφέρουν όλο αυτό να γίνει δημόσιο και να φανεί ως αξιόπιστο. Τον Δεκέμβριο, ο Τζον ΜακΚέιν παρέσχε ένα αντίγραφο αυτής της έκθεσης στο FBI και απαίτησε να τη λάβουν σοβαρά υπόψη.

Κάποια στιγμή την περασμένη εβδομάδα, οι αρχηγοί των μυστικών υπηρεσιών αποφάσισαν να δηλώσουν ότι αυτός ο πρώην αξιωματούχος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών ήταν αρκετά «αξιόπιστος» ώστε οι ισχυρισμοί του να δικαιολογούν την ενημέρωση του Τραμπ και του Ομπάμα, σφραγίζοντας έτσι την επίσημη έγκριση αυτών των αόριστων, έμμεσων και διαψεύσιμων κατηγοριών. Κάποιος- από τους πολλούς από ό,τι φαίνεται αξιωματούχους – πήγε στη συνέχεια στο CNN για διαρρεύσει αυτήν την ενημέρωση, κάνοντας το CNN να βγει στον αέρα και, σε σοβαρότατο τόνο, να ανακοινώσει την «Έκτακτη Είδηση» ότι «κορυφαία στελέχη των μυστικών υπηρεσιών του έθνους» ενημέρωσαν τον Ομπάμα και τον Τραμπ ότι η Ρωσία είχε μαζέψει πληροφορίες που «έθεταν σε κίνδυνο τον εκλεγμένο πρόεδρο Τραμπ».

Το CNN αρνήθηκε να προσδιορίσει ποιοι ήταν αυτοί οι ισχυρισμοί,  γιατί δεν μπορούσε να τους «επαληθεύσει». Με αυτό το έγγραφο όμως στα χέρια πολλών δημοσιογραφικών οργανισμών, ήταν μόνο θέμα χρόνου – ένα μικρό χρονικό διάστημα- πριν κάποιος κάνει το πρώτο βήμα και δημοσιεύσει το όλο θέμα. Το BuzzFeed δεν αντιστάθηκε άλλο, δημοσιεύοντας όλους τους ανέλεγκτους, ανώνυμους ισχυρισμούς σχετικά με τον Τραμπ.

Ο αρχισυντάκτης του, Μπεν Σμιθ, δημοσίευσε ένα σημείωμα, εξηγώντας της απόφασή του, λέγοντας ότι- «παρόλο που υπήρχαν σοβαροί λόγοι για να αμφιβάλλουμε για αυτούς τους ισχυρισμούς»- το BuzzFeed, γενικά, «τίθεται υπέρ της δημοσίευσης» και «οι αμερικάνοι μπορούν να αποφασίσουν από μόνοι τους σχετικά με αυτούς τους ισχυρισμούς». Η δημοσίευση αυτή δημιούργησε όπως αναμενόταν μαζική επισκεψιμότητα (και άρα και κέρδος) στο σάιτ, με εκατομμύρια ανθρώπων να βλέπουν το άρθρο και πιθανόν να διαβάζουν τον «φάκελο».

Μπορεί φυσικά κάποιος να διαμαρτυρηθεί για την απόφαση του BuzzFeed και, όπως σημείωσε η New York Times την Τετάρτη, όντως διαμαρτυρήθηκαν πολλοί δημοσιογράφοι. Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστεί κανείς ένα σενάριο όπου δικαιολογείται ένας δημοσιογραφικός οργανισμός να δημοσιεύσει ένα εντελώς ανώνυμο, ανεπιβεβαίωτο και ανέλεγκτο έγγραφο γεμάτο με χυδαίους και εμπρηστικούς ισχυρισμούς για τους οποίους ο αρχισυντάκτης τους λέει ότι υπάρχει «σοβαρός λόγος για να αμφιβάλλουμε για αυτούς τους ισχυρισμούς», με την αιτιολογία ότι θέλουν να αφήσουν το κοινό να αποφασίσει εάν θα τους πιστέψει.

Αλλά ακόμα και αν κάποιος πιστεύει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να δικαιολογηθεί κάτι τέτοιο, η κατάσταση την Τρίτη έδειξε το πιο πιθανό δυνατό σενάριο για να γίνει κάτι τέτοιο. Μόλις το CNN υπαινίχθηκε έντονα αυτούς τους ισχυρισμούς, άφησε στη φαντασία του κοινού να πλάσσει το υποτιθέμενο βρώμικο παιχνίδι της Ρωσίας που εκβίαζε και έλεγχε τον Τραμπ. Δημοσιεύοντας αυτούς τους ισχυρισμούς, το BuzzFeed ολοκλήρωσε τη δουλειά του. Το πιο σημαντικό, επέτρεψε σε όλους να δουν πόσο αμφίβολο είναι αυτό το έγγραφο, ένα έγγραφο που η CIA και το CNN προέβαλαν ως κάποιου είδους σοβαρή απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Σχεδόν αμέσως μετά τη δημοσίευσή του, η γελοία φύση του «φακέλου» αποκαλύφθηκε. Δεν ήταν μόνο ο συντάκτης ανώνυμος, αλλά πληρώθηκε από Δημοκρατικούς (και, πριν από αυτό, από τους Ρεπουμπλικάνους αντιπάλους του Τραμπ) για να ρίξουν λάσπη στον Τραμπ. Ακόμη χειρότερα, ο ίδιος δεν έδωσε καμία απόδειξη οποιουδήποτε είδους αλλά, αντίθετα, στηρίχθηκε σε μια σειρά από άλλους ανώνυμους ανθρώπους στη Ρωσία που ισχυρίζεται ότι του είπαν αυτά τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα, το έγγραφο ήταν γεμάτο με ερασιτεχνικά λάθη.

Ενώ πολλοί από τους ισχυρισμούς είναι εκ φύσεως μη επαληθεύσιμοι, κάποιοι άλλοι μπορούν να επιβεβαιωθούν. Ένας τέτοιος ισχυρισμός- ότι ο δικηγόρος του Τραμπ, Μάικλ Κόεν ταξίδεψε κρυφά στην Πράγα τον Αύγουστο για να συναντηθεί με Ρώσους αξιωματούχους- έχει αμφισβητηθεί έντονα από τον Κόεν, ο οποίος επέμεινε ότι δεν είχε πάει ποτέ στην ζωή του στην Πράγα (η Πράγα είναι το ίδιο μέρος όπου αξιωματούχοι ξένων μυστικών υπηρεσιών ισχυρίστηκαν ότι ήταν το μέρος μιας ανύπαρκτης συνάντησης το 2001, μεταξύ ιρακινών αξιωματούχων και αεροπειρατών της 11ης Σεπτεμβρίου, κάτι που συνέβαλε στο 70 τοις εκατό των αμερικανών να πιστεύει, μέχρι την πτώση του το 2003, ότι ο Σαντάμ προγραμμάτισε προσωπικά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου). Την Τετάρτη το πρωί, η Wall Street Journal ανέφερε ότι «το FBI δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι [ο Κόεν] ταξίδεψε στην Τσεχική Δημοκρατία».

Τίποτα από αυτά δεν εμπόδισε τους Δημοκρατικούς αξιωματούχους και κυρίαρχα πρόσωπα των μέσων ενημέρωσης από το να χαρακτηρίσουν αυτούς τους εντελώς ανέλεγκτους και ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς ως τρομερές αποκαλύψεις. Από τον  Ζακ Μπίτσαμπ του Vox:

Ο Μπόρζου Νταραγάχι δημοσίευσε μια μακρά σειρά από τουίτς συζητώντας τις βαθιές συνέπειες αυτών των αποκαλύψεων, θυμούμενος πού και πού μόνο να προσθέσει την πολύ σημαντική δημοσιογραφική προειδοποίηση «αν αληθεύει» στους συλλογισμούς που εξέφραζε:

Την ίδια στιγμή, η φιλελεύθερη σχολιάστρια Ρεμπέκα Σολνίτ δήλωσε ότι όλο αυτό είναι ένα «τεκμήριο» που αποδεικνύει την «προδοσία» του Τραμπ, ενώ ο Μάρκος Μουλίτσας της Daily Kos εκφράστηκε στο ίδιο κλίμα:

Ενώ ορισμένοι Δημοκρατικοί εξέφραζαν μια επιφύλαξη- ο αφοσιωμένος στο κόμμα Τζος Μάρσαλ προέτρεψε αξιέπαινα: «Εξετάζοντας τις ακατέργαστες, υπερβολικά ακατέργαστες “πληροφορίες”, πρέπει να διατηρήσουμε μια επιφύλαξη ακόμα και αν δικαίως θεωρούμε ότι ο Τραμπ είναι ό,τι χειρότερο»- η συντριπτική αντίδραση ήταν η ίδια με όλες τις άλλες περιπτώσεις όπου η CIA και οι σύμμαχοί της κυκλοφόρησαν ανεπιβεβαίωτους ισχυρισμούς σχετικά με τον Τραμπ και τη Ρωσία: άμεση αποδοχή των αναπόδεικτων ισχυρισμών ως Αλήθεια, σε συνδυασμό με διακηρύξεις ότι απέδειξαν πως ο Τραμπ είναι προδότης (με οποιονδήποτε εκφράζει επιφυλάξεις να ανακηρύσσεται πράκτορας του Κρεμλίνου ή τυφλό όργανο).

Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αυτή η κίνηση να γυρίσει μπούμερανγκ, προς μεγάλο όφελος του Τραμπ και σε μεγάλο βάρος εκείνων που θέλουν να του αντιταχθούν. Εάν κάποιοι από αυτούς τους σημαντικούς ισχυρισμούς σε αυτόν τον «φάκελο» αποδειχθούν αποδεδειγμένα ψευδείς- όπως το ταξίδι του Κόεν στην Πράγα- πολλοί άνθρωποι θα συμπεράνουν, με την ενθάρρυνση του Τραμπ, ότι μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί (CNN και BuzzFeed) και ομάδες κατά του Τραμπ στο εσωτερικό της κυβέρνησης (CIA) χρησιμοποιούν «Ψευδείς Ειδήσεις» για να τον καταστρέψουν. Για πολλούς ανθρώπους, αυτό θα φέρει μια παντοτινή δυσπιστία απέναντι σε μελλοντικές δημοσιογραφικές αποκαλύψεις που θα βασίζονται σε πραγματικές, επιβεβαιωμένες αδικοπραξίες, καθιστώντας τες ανίσχυρες.

Όλοι οι ισχυρισμοί για την παρέμβαση της Ρωσίας στις εκλογές των ΗΠΑ και για τους δεσμούς της με τον Τραμπ θα πρέπει να διερευνηθούν πλήρως από ένα αξιόπιστο σώμα και τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να γίνουν απολύτως γνωστά στο κοινό. Όπως υποστήριξε ο συνάδελφός μου, Σαμ Μπίντλ την προηγούμενη εβδομάδα, μετά τη δημοσίευση της γελοίας έκθεσης από τις μυστικές υπηρεσίες για το ρωσικό χακάρισμα- κάτι που ακόμα και ο Πούτιν χλεύασε ως κακόγουστο αστείο- η παντελής έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων για αυτούς τους ισχυρισμούς σημαίνει ότι «χρειαζόμαστε μια ανεξάρτητη και αποφασιστική έρευνα». Μέχρι τότε όμως, οι ισχυρισμοί που δεν συνοδεύονται από αποδείξεις και διαδίδονται ανώνυμα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη μέγιστη δυνατή επιφύλαξη- όχι με ευπιστία για λόγους ευκολίας.

Το πιο σημαντικό απ’ όλα, οι νόμιμες και αποτελεσματικές τακτικές για να υπάρξει αντίσταση κατά του Τραμπ καταπνίγονται από αυτές τις παράλογες, απελπισμένες, ad hoc εκστρατείες που δεν έχουν καμία σοβαρή στρατηγική και κάνουν τους αντιπάλους του να φαίνονται ότι όλο και περισσότερο στερούνται λογικής και βαρύτητας. Αυτήν τη στιγμή, οι αντίπαλοι του Τραμπ συμπεριφέρονται όπως περιγράφει ο κριτικός των ΜΜΕ Άνταμ Τζόνσον, ως «τσούχτρες με ιδεολογία», που επιπλέουν χαμένες άσκοπα τριγύρω, και προσκολλώνται με απελπισία σε όποια βάρκα περνάει από εκεί κατά τύχη.

Υπάρχουν λύσεις για το θέμα του Τραμπ. Περιλαμβάνουν την υιοθέτηση μιας λογικής στρατηγικής, εστιάζοντας με υπομονή σε θέματα για τα οποία ο κόσμος πραγματικά νοιάζεται. Όποιες και αν είναι αυτές οι λύσεις, η λατρεία προς την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών, οι ικεσίες για την παρέμβασή της και ο χαρακτηρισμός των σκοτεινών και βρώμικων ισχυρισμών της ως Αλήθεια σίγουρα δεν είναι ανάμεσά στις λύσεις αυτές. Τέτοιες πρακτικές πολύ πιθανόν να μην φέρουν κανένα θετικό αποτέλεσμα και ήδη προκαλούν μεγάλο κακό.

To ThePressProject είναι επίσημος συνεργάτης του The Intercept στην Ελλάδα

Πηγή:thepressproject.gr