Η δημοσιογράφος του STAR Κατερίνα Παναγοπούλου στο 100Plus

4430
Έμαθε για την ενημερωτική στροφή του STAR και έτρεξε και μετακόμισε εκεί από τον ραδιοφωνικό FLASH όπου από το 2003 έκανε εκπομπές, παρουσίαζε δελτία, κάλυπτε το ρεπορτάζ του υπουργείου Εργασίας, και παρουσίαζε εβδομαδιαία εκπομπή με τον Μίμη Ανδρουλάκη. Παράλληλα, γράφει στη Free Sunday, ενώ πριν πέρασε από άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Στο Πάντειο (ΜΜΕ) γνώρισε τον Φώτη Γεωργελέ ο οποίος όταν άνοιξε την A.V την πήρε μαζί του για να κάνει πράξη όσα της έμαθε και την κρατάει ελπίζοντας ότι κάποια μέρα θα τα κάνει!
Κατερίνα Παναγοπούλου

Η δημοσιογράφος του τηλεοπτικού σταθμού STAR και της Athens Voice Κατερίνα Παναγοπούλου, μιλάει στον Βασίλη Δημούση από τον ιστότοπο 100Plus (www.100plus.gr).

Κατερίνα_Παναγοπούλου_100PlusΒασίλης_Δημούσης_100Plus

Η δημοσιογραφία στην εποχή της κρίσης έχει θετικό ή αρνητικό πρόσημο;

Θεωρώ ότι οι δημοσιογράφοι διαδραματίσαμε σε έναν βαθμό αρνητικό ρόλο στα χρόνια της κρίσης, αλλά όχι για τους λόγους που μας καταλογίζουν. Στην πραγματικότητα, αντί να λέμε ότι πρέπει να γίνουν ταχύτερα οι μεταρρυθμίσεις, αντί να παροτρύνουμε να μπει τέλος στις προνομιούχες συντεχνίες, αντί να πούμε σκληρές αλήθειες ήμασταν πάντα άκριτα υπέρ κάθε “σηκωμένης γροθιάς”. Χαϊδεύαμε τα αυτιά μίας κοινωνίας που πίεζε για περισσότερα προνόμια σε ένα χρεοκοπημένο κράτος. Θεωρήσαμε ότι ο λαϊκισμός φέρνει νούμερα και κυκλοφορίες και πλειοδοτήσαμε σε ένα παιχνίδι δημαγωγίας. Προφανώς και έχει μεγάλες ευθύνες το πολιτικό σύστημα για τα λάθη, τις ολιγωρίες και την ανικανότητα σε ένα βαθμό. Αλλά καλό είναι μετά από 8 χρόνια κρίσης να κοιτάξουμε στον καθρέφτη όλοι μας. Οι δημοσιογράφοι είμαστε μέρος της κοινωνίας και όπως σε όλους τους κλάδους, έτσι και σε εμάς υπάρχουν αξιόλογοι επαγγελματίες- και πιστέψτε με είναι πολλοί- αλλά και βύσματα ή λαμόγια.

Από τα καθημερινά σου ρεπορτάζ στα τρέχοντα θέματα των «θεσμών», πως αντιλαμβάνεσαι το κλίμα που κυριαρχεί;

Θεωρώ ότι οι ξένοι έχουν κουραστεί μαζί μας και αυτό φαίνεται όλο και πιο φανερά μετά από κάθε επίσκεψη της τρόικας. Επειδή στο STAR και την Athens Voice καλύπτω το οικονομικό ρεπορτάζ για συντάξεις, εργασιακά κ.ο.κ. και έχω παρακολουθήσει όλες τις επισκέψεις της τρόικας από κοντά, αυτό που διαπιστώνω είναι ότι στα πρώτα χρόνια γινόταν μία προσπάθεια να οργανωθεί πιο σωστά το κράτος. Πλέον οι ξένοι έχουν εγκαταλείψει αυτή την προσπάθεια και θέλουν απλά να πάρουν τα χρήματα που δάνεισαν στην χώρα μας πίσω. Γι’ αυτό καταλήγουμε στο τέλος κάθε αξιολόγησης αντί να συμφωνούνται δομικές μεταρρυθμίσεις, τελικά να κόβονται οι συντάξεις και να θίγονται τα συνήθη υποζύγια.

Με γνώμονα την εμπειρία που έχεις από την κάλυψη της επικαιρότητας του Υπουργείου Εργασίας για λογαριασμό του STAR και της Athens Voice, πως βλέπεις να εξελίσσονται τα εργασιακά ζητήματα;

Είναι σαφές πως ωριμάζουν σιγά σιγά οι μνημονιακές μεταρρυθμίσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια και αυτό αντανακλάται στην αγορά εργασίας, με τρόπο, βέβαια, που ο καθένας μπορεί να αξιολογήσει ως θετικό ή αρνητικό. Εννοώ, δηλαδή ότι υπάρχουν πλέον τα θεσμικά εργαλεία να γίνονται πιο εύκολα προσλήψεις αλλά και απολύσεις, να υπάρχει ευελιξία στην αγορά εργασίας, αλλά με μισθούς 200-300 ευρώ. Έτσι πέφτει η ανεργία που είναι πράγματι θετικό, αλλά οι νέες προσλήψεις είναι μερικής απασχόλησης με πολύ χαμηλούς μισθούς. Οι απολύσεις πλέον είναι πολύ πιο εύκολες και φθηνές, αφού έχουν μειωθεί οι αποζημιώσεις απόλυσης, κάτι το οποίο είναι αρνητικό, αλλά την ίδια στιγμή αυτό αποτελεί και κίνητρο για να γίνονται πιο εύκολα προσλήψεις, κάτι το οποίο είναι θετικό.

Το πιο θλιβερό όμως που συμβαίνει αυτή τη στιγμή είναι η άνοδος της ανεργίας στις ηλικίες άνω των 50. Οι εργαζόμενοι αυτοί θεωρούνται πλέον “ακριβοί”. Τα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή απολύεται ο 50άρης και στην θέση του προσλαμβάνονται δύο ή τρεις 25άρηδες part time με μισθό έκαστος 200 ευρώ. Σε αυτό το τεράστιο πρόβλημα πρέπει να ενσκήψει η κυβέρνηση, διότι αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται στο μεγαλύτερο αδιέξοδο. Δεν μπορούν να βρουν δουλειά και δεν μπορούν να βγουν σε σύνταξη.

Από την καθημερινή σου επαφή με την κοινωνία ως δημοσιογράφος, περίγραψέ μας πως αντιδρούν οι νέοι στις εξελίξεις των εργασιακών τους;

Η δική μου γενιά είναι η πιο μουδιασμένη. Είναι αυτή η οποία την εποχή που σπούδαζε και ξεκινούσε να εισέρχεται στην αγορά εργασίας έβλεπε να γιγαντώνεται το “πάρτι”. Και ενώ πίστευε ότι θα λάβει μέρος, ξαφνικά είδε τα πάντα να καταρρέουν. Κάποιοι αντέδρασαν ώριμα και είδαν ότι ζούσαμε μία φούσκα και κάποιοι άλλοι θυμωμένα γιατί δεν πρόλαβαν να ζήσουν κι αυτοί το πάρτι. Πιστεύω ότι η επόμενη γενιά από τη δική μου είναι η πιο συνειδητοποιημένη γιατί μεγάλωσε μέσα στην κρίση και ξέρει ότι δεν υπάρχει δωρεάν γεύμα.

Το θλιβερό είναι ότι μία γενιά πήγε χαμένη. Βλέπω τον εαυτό μου, τους φίλους μου, τους συνομηλίκους μου. Δεν μπορούν πια να είναι ξένοιαστοι, να ζήσουν, να διασκεδάσουν, να ερωτευτούν, να κάνουν οικογένειες. Δουλεύουν από το πρωί ως το βράδυ -εάν είναι τυχεροί και έχουν δουλειά- για ψίχουλα και ζουν σε μόνιμο άγχος και ανασφάλεια. Νέα παιδιά με πτυχία και δεξιότητες υποαπασχολούνται για 200 ευρώ ή είναι άνεργα και βλέπουν να βολεύονται τα “βύσματα”.

Πως μπορεί ένας δημοσιογράφος να διασφαλίσει ότι το προσωπικό του φίλτρο δεν θα θίξει την αντικειμενικότητα των γραφόμενών – λεγόμενών του;

Οι δημοσιογράφοι ζούμε μέσα στην κοινωνία και δεν θεωρώ ότι εξαιτίας της δημοσιογραφικής ιδιότητας πρέπει κανείς να αποποιηθεί ή να εκχωρήσει την ιδιότητα του πολίτη. Προφανώς και ο δημοσιογράφος έχει άποψη την οποία δικαιούται να εκφράζει, όπως όλοι οι πολίτες της χώρας. Από εκεί και πέρα εξαρτάται από την ακεραιότητα του καθενός και την επαγγελματική του ευσυνειδησία εάν θα παρουσιάζει το ρεπορτάζ ανάλογα με την άποψή του ή εάν θα πει ψέματα για να στηρίξει τα πιστεύω του.

Από την άλλη το θεωρώ υποκριτικό να προσποιείται ένας δημοσιογράφος ότι δεν έχει άποψη. Το τίμιο είναι να δηλώνει την άποψή του, αλλά αυτό να είναι ανεξάρτητο από την μετάδοση της είδησης η οποία πρέπει να γίνεται αντικειμενικά. Κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να κοιτάει κανείς τι απόψεις εκφράζει ένας δημοσιογράφος, αλλά εάν την ώρα που λέει μία είδηση την φιλτράρει ανάλογα με την άποψή του. Ο αποδέκτης (τηλεθεατής/αναγνώστης) είναι ο μόνος που τελικά θα κρίνει και θα εμπιστευτεί ή όχι έναν δημοσιογράφο.

Η δημοσιογραφία έχει περάσει σε ποικίλα κανάλια επικοινωνίας με το κοινό. Πως μπορεί το κοινό να αναγνωρίσει την εγκυρότητα αυτών;

Την εποχή που τα fake news διακινούνται πλέον από το ίδιο το πολιτικό σύστημα, όπως την περασμένη εβδομάδα φέρ’ ειπείν που ο πρωθυπουργικός σύμβουλος κ. Καρανίκας παρουσίασε ως αποτέλεσμα μόλυνσης την επένδυση στις Σκουριές, μία φωτογραφία που έδειχνε τον κόλπο του Στρατωνίου Χαλκιδικής μετά την μεγάλη πλημμύρα του 2010 όταν η εταιρία δεν είχε καν ξεκινήσει εργασίες, είναι πολύ δύσκολο να διακρίνεις τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Επίσης την εποχή που κομματικά τρολ δημιουργούν κλίμα στο διαδίκτυο με χιλιάδες σάιτ, μπλογκ ή λογαριασμούς στα social media είναι πολύ δύσκολο η σοβαρή δημοσιογραφία να προσεγγίσει τον φυσικό της αποδέκτη.

Υπάρχουν έρευνες που αναφέρουν ότι οι νέοι ενημερώνονται κυρίως από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media). Πως ένας δημοσιογράφος μπορεί να προσαρμόσει τον λόγο του ώστε να τους «προσελκύσει»;

Η αλήθεια είναι πως τις ειδήσεις που παίζουμε το βράδυ, πολλοί  -και όχι μόνο νέοι- τις έχουν ήδη διαβάσει κατά τη διάρκεια της ημέρας από το διαδίκτυο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να μεταδίδει τα πάντα σε πραγματικό χρόνο. Αυτό, λοιπόν, που πρέπει να κάνουμε είναι να τους δώσουμε το παραπάνω. Όχι τόσο να πούμε το τι συνέβη. Αλλά γιατί συνέβη. Τι συνέπειες θα έχει αυτό που συνέβη. Ανάλυση της είδησης και όχι ξερά μετάδοσή της.